Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαθησιακές Δυσκολίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαθησιακές Δυσκολίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/9/16

Ενδείξεις δυσλεξίας στο Δημοτικό σχολείο - Άρθρο ειδικά για εκπαιδευτικούς!

Ένα παιδί που δυσκολεύεται στην ανάγνωση, στη γραφή ή στα μαθηματικά, ένα παιδί που δεν προοδεύει όπως τα άλλα παιδιά ή και καθόλου, κάνει τους εκπαιδευτικούς να αναρωτιούνται τι τρέχει.

Πολλοί πιστεύουν ότι απλά θα βελτιωθεί με τον καιρό, αλλά τελικά δεν υπάρχει ουσιαστική αλλαγή και κάποιες φορές μάλιστα γίνεται το αντίθετο. Πώς θα αναγνωρίσετε τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες μέσα στην τάξη; Ποιά είναι τα σημάδια της δυσλεξίας στα παιδιά Δημοτικού;

22/3/16

Τι είναι η δυσγραφία και πως μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε;



Τι είναι η δυσγραφία;
Η δυσγραφία ανήκει στις μαθησιακές δυσκολίες. Παρουσίαζεται ως δυσκολία στη γραφή, καθώς επηρεάζει τις ικανότητες γραφής. Ορίζεται ως η δυσκολία στην αυτόματη ανάκληση στη μνήμη και στον έλεγχο των μυϊκών κινήσεων που απαιτούνται για τη γραφή των γραμμάτων ή των αριθμών.
Πολύ συχνά εμφανίζεται συνοδευόμενη από κάποια άλλη μαθησιακή δυσκολία.

Πώς εκδηλώνεται η δυσγραφία;
Η δυσγραφία εκδηλώνεται συνήθως με:
  • Δυσκολία απόδοσης της σκέψης και του γραπτού λόγου στον προφορικό.
  • Ελλιπή οργάνωση του γραπτού (τα γράμματα δεν είναι σωστά τοποθετημένα στη γραμμή, αλλά και το κείμενο δεν είναι σωστά τοποθετημένο στη σελίδα).
  • Κούραση ως αποτέλεσμα της προσπάθειας του παιδιού να γράψει.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της δυσγραφίας;
Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η δυσγραφία (όπως η δυσλεξία, αλλά και γενικά οι μαθησιακές δυσκολίες) δεν επηρεάζουν τη νοητική ικανότητα του ατόμου. Παράλληλα, η δυσγραφία δεν είναι τεμπελιά ούτε προκαλείται από απροσεξία ή αδιαφορία του παιδιού.
Τα χαρακτηριστικά της δυσγραφίας είναι:
  • Η ανακολουθία των γραμμάτων
  • Η ανάμειξη μικρών και κεφαλαίων γραμμάτων
  • Συνεχές γράψιμο. Γράψιμο, δηλαδή, χωρίς κενά ανάμεσα στις λέξεις.
  • Πολύ μικρά ή πολύ μεγάλα γράμματα.
  • Γράμματα ημιτελή ή με μη κανονικό σχήμα
  • Ατελείς λέξεις σε μια πρόταση ή ακόμα και ατελείς προτάσεις
  • Πολλά ορθογραφικά λάθη
  • Γράψιμο εκτός των γραμμών και μη τήρηση των περιθωρίων του τετραδίου.
  • Κούραση κατά το γράψιμο
  • Κακή οργάνωση της σελίδας
  • Δυσκολία στην οργάνωση της σκέψης
  • Απόκλιση ανάμεσα στον γραπτό και τον προφορικό λόγο
  • Σφίξιμο των δαχτύλων κατά το γράψιμο
  • Μη κανονική τοποθέτηση του καρπού
  • Συχνά σβησίματα
  • Εναλλαγή όρθιων και πλαγιαστών γραμμάτων
  • Αργός ρυθμός γραψίματος (και κατά την αντιγραφή)
  • Ψιθύρισμα κατά το γράψιμο
  • Μη ικανοποιητική οργάνωση της δομής και της σύνταξης
  • Δυσκολία στη γραμματική

Τα παιδιά με δυσγραφία εύκολα απογοητεύονται, καθώς οι προσπάθειες τους δεν αποδίδουν «καρπούς». Ενώ ο προφορικός λόγος είναι ικανοποιητικός, η δυσκολία να αποδώσουν τη σκέψη τους γραπτά τους δημιουργεί άγχος και πολλές φορές τα παρατούν, αφού βλέπουν πως δεν τα καταφέρνουν, όπως θα ήθελαν ή όπως περίμεναν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα διαγωνίσματα, καθώς τα παιδιά μπορεί να έχουν διαβάσει αρκετά, ο βαθμός όμως δεν ανταποκρίνεται στην προσπάθειά τους.

Πώς μπορεί να βοηθηθεί ένας μαθητής με δυσγραφία;
  • Είναι καλό να εξασκηθεί ο μαθητής στο σχεδιασμό των γραμμάτων και των αριθμών. Αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους:
    • Το παιδί γράφει το γράμμα με το δάχτυλο στον αέρα.
    • Φτιάχνει το γράμμα με τα δάχτυλα ή με το σώμα του (Μπορεί να τον βοηθήσει κι ένας συμμαθητής του). Μπορεί ταυτόχρονα να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Για παράδειγμα, για να φτιάξει το γράμμα ‘α’, χρησιμοποιεί τον δείκτη και τον αντίχειρα του αριστερού χεριού δημιουργεί έναν κύκλο και κολλάει τον δείκτη του δεξιού χεριού για να φτιάξει τη ‘μαγκουρίτσα’.
    • Γίνεται ‘σαλιγκάρι’ «γράφοντας» με τα βήματά του το γράμμα στο πάτωμα. Δηλαδή, κάνει περπατώντας την κίνηση που θα έκανε με το χέρι του και το μολύβι. Για παράδειγμα, για να «γράψει» το ‘α’, περπατάει κυκλικά, κάνει ένα μικρό πηδηματάκι (εκεί που θα σήκωνε το μολύβι) και στη συνέχεια περπατά ευθεία για να φτιάξει τη ‘μαγκουρίτσα’.
    • Πλάθει πλαστελίνη, πηλό ή ζύμη και φτιάχνει γράμματα και αριθμούς.
    • Σε ένα μπολ βάζουμε άμμο, αλεύρι ή ζάχαρη. Το παιδί γράφει γράμματα και αριθμούς με το δάχτυλό του.
  • Φτιάχνουμε εμείς γράμματα με πλαστελίνη. Το παιδί κλείνει τα μάτια και αγγίζοντάς τα, προσπαθεί να αναγνωρίσει ποιο γράμμα είναι.
  • Κατηγοριοποιούμε τα γράμματα και τους αριθμούς με βάση τις ομοιότητες που έχουν (καμπύλες, ευθείες γραμμές, γωνίες, μέγεθος, θέση στη γραμμή). Το παιδί τα παρατηρεί και συνειδητοποιεί ποια μοιάζουν μεταξύ τους και ποια όχι.
  • Το παιδί πρέπει να μάθει από νωρίς να κρατά σωστά το μολύβι, να έχει σωστή στάση σώματος και να τοποθετεί σωστά το τετράδιο όταν γράφει.
  • Θα ήταν καλό να αποφεύγεται η γραφή σε χαρτί που δεν έχει γραμμές και περιθώρια.
  • Το παιδί μπορεί να γράφει στον υπολογιστή, ώστε να αποφεύγει την υπερβολική προσπάθεια και την κούραση, ωστόσο, το γράψιμο στο χαρτί δεν πρέπει να αποκλείεται τελείως.
  • Το παιδί θα βοηθηθεί πολύ αν διορθώνει μόνο του το γραπτό του. Σε πρώτο στάδιο, του επισημαίνουμε τη λέξη που είναι γραμμένη λάθος, ενώ αργότερα δείχνουμε τη γραμμή ή την παράγραφο, όπου υπάρχει λάθος. Το λάθος δεν είναι απαραίτητα ορθογραφικό. Το παιδί μπορεί να διορθώσει και κάποιο γράμμα που δεν είναι γραμμένο «σωστά».
    • Είναι καλό η διόρθωση να γίνεται λίγη ώρα μετά την ολοκλήρωση τη εργασίας, ώστε να δει το γραπτό του από κάποια «απόσταση». Μπορούμε να χωρίσουμε τον έλεγχο του γραπτού σε τομείς για να βοηθηθεί το παιδί: ορθογραφία, στίξη, σύνταξη, καθαρότητα γραπτού κλπ.
  • Δείχνουμε στο παιδί παλιότερα γραπτά του για να συγκρίνει και και να παρακολουθήσει την εξέλιξη και τη βελτίωσή του.
  • Ασκήσεις που μπορούν να βοηθήσουν τους παιδί να «δουλεύει» σωστά το μολύβι:
    • Δίνουμε στο παιδί ασκήσεις πρώτης γραφής, ακόμα κι αν βρίσκεται σε μεγαλύτερη τάξη.
    • Σχεδιάζουμε σε χαρτί και κόβουμε γράμματα και αριθμούς. Το παιδί τα χρωματίζει προσέχοντας να μη βγαίνει από το κενό.
    • Παιχνίδια με λαβύρινθους μπορούν επίσης να βοηθήσουν.

Τι σχέση έχει η κακογραφία με τη δυσγραφία;
Η κακογραφία δεν σημαίνει δυσγραφία. Δεν αποτελεί μαθησιακή δυσκολία. Τα γράμματα είναι δυσανάγνωστα και πολλές φορές δεν είναι σωστά τοποθετημένα στο γραπτό του. Ωστόσο, όταν το παιδί γράφει προσεκτικά μπορεί να κάνει ευανάγνωστα γράμματα. Επίσης, η κακογραφία δεν επηρεάζει την ορθογραφία. Αιτία για την κακογραφία μπορεί να είναι μια «κακή» αρχή στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, κατά τις οποίες δεν δόθηκε η κατάλληλη προσοχή στις ασκήσεις πρώτης γραφής ώστε να «συνηθίσει» το παιδί να γράφει σωστά τα γράμματα και τους αριθμούς.

πηγή: fylada.gr

2/2/16

Τι είναι η δυσαριθμησία και πώς θα την ξεπεράσει ένα παιδί!




Πολλά παιδιά μισούν τα Μαθηματικά και δυσκολεύονται με την επίλυση μαθηματικών εξισώσεων. Για κάποια παιδιά, όμως, το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο, καθώς οι αριθμοί γίνονται τέρατα που στοιχειώνουν τα όνειρά τους, ενώ ακόμα και μία απλή πρόσθεση μοιάζει αδύνατη. Αν νιώθετε ότι το παιδί σας δυσκολεύεται ιδιαίτερα με τα Μαθηματικά, πιθανώς να πάσχει από δυσαριθμησία, μία κοινή μαθησιακή δυσκολία για την οποία απαντήσεις και συμβουλές δίνει η Ειδική Παιδαγωγός, MSc in Special & Inclusive Education-University of London, κ. Μαράνια Γκιόκα.

Τι είναι η δυσαριθμησία;

Η αναπτυξιακή δυσαριθμησία, είναι μία κατάσταση που επηρεάζει την ικανότητα του ατόμου να αποκτήσει δεξιότητες στα μαθηματικά. Μαθητές με δυσαριθμησία ενδέχεται να έχουν δυσκολία να κατανοήσουν απλές αριθμητικές έννοιες, να μην έχουν μία διαισθητική κατανόηση των αριθμών και να έχουν πρόβλημα στο να κάνουν αριθμητικές πράξεις ή να λύνουν αριθμητικά προβλήματα.
Χρειάζεται να είμαστε ιδιαίτερα υποψιασμένοι, καθώς ενδέχεται ένας μαθητής με δυσαριθμησία να μπορεί να βρει το σωστό μαθηματικό αποτέλεσμα, αλλά να χρησιμοποιεί «ανώριμες» στρατηγικές για την ηλικία του. Για παράδειγμα, προκειμένου να κάνει πρόσθεση, να χρησιμοποιεί τα δάχτυλά του για να μετρήσει, την ίδια στιγμή που μαθητές της ίδιας ηλικίας μπορούν και κάνουν την πρόσθεση από μνήμης.
Τα διαγνωστικά κριτήρια είναι τα εξής:
Α. Η μαθηματική ικανότητα, μετρούμενη με ατομικά χορηγούμενες σταθμισμένες δοκιμασίες, είναι σημαντικά κατώτερη από το αναμενόμενο, δεδομένων της χρονολογικής ηλικίας του ατόμου, της μετρηθείσας νοημοσύνης και της εκπαίδευσης που αντιστοιχεί στην ηλικία.
Β. Η διαταραχή στο κριτήριο Α παρεμποδίζει σημαντικά τη σχολική επίδοση ή τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής που απαιτούν μαθηματική ικανότητα.
Γ. Αν υπάρχει αισθητηριακό ελάττωμα, οι δυσκολίες στη μαθηματική ικανότητα είναι μεγαλύτερες από αυτές που συνήθως το συνοδεύουν.

Πού οφείλεται;

Η αναπτυξιακή δυσαριθμησία είναι μια εκ γενετής κατάσταση. Το άτομο λοιπόν από τη γέννησή του παρουσιάζει δυσλειτουργία σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, στις οποίες γίνεται η επεξεργασία του αριθμού είτε ως ποσότητα, είτε ως σύμβολο, είτε ως αριθμολέξη.
Ένα άτομο για να μπορέσει να εμπλακεί αποτελεσματικά με τα μαθηματικά χρειάζεται να έχει αποκτήσει δεξιότητες στους παρακάτω τομείς:
• λεκτικό τομέα
• μνήμη (βραχυπρόθεσμη, μακροπρόθεσμη και μνήμη εργασίας)
• χωροχρονική αντίληψη (π.χ. να μη μπερδεύει το δεξιά με το αριστερά, το πριν με το μετά κ.ά.)
• μαθηματική λογική
• αφαιρετική ικανότητα και
• μεταγνωστική ικανότητα.
Το άτομο με δυσαριθμησία ενδέχεται να παρουσιάζει έλλειμμα σε έναν ή περισσότερους τομείς. Μία λεπτομερής αξιολόγηση είναι αυτή που θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε σε ποιους τομείς δυσκολεύεται το άτομο.

Από ποια ηλικία εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια;

Δε χρειάζεται να φτάσει το παιδί στο σχολείο για να δούμε τα πρώτα σημάδια. Ένα υποψιασμένο «μάτι» μπορεί να τα διακρίνει ήδη από την προσχολική ηλικία.

Πώς θα καταλάβει ο γονιός ότι το παιδί έχει αυτή τη δυσκολία;

Παιδιά προσχολικής ηλικίας:
• Δυσκολία στο να μάθουν να μετράνε
• Δυσκολία στο να αναγνωρίζουν τους αριθμούς, όταν είναι γραμμένοι
• Δυσκολία στο να συνδέσουν ότι ένας αριθμός (π.χ.το 3) συνδέεται με το περιβάλλον τους (π.χ. 3 αυτοκίνητα)
• Φτωχή μνήμη για τους αριθμούς
• Δυσκολία στο να οργανώνουν τα αντικείμενα με έναν λογικό τρόπο. Για παράδειγμα στο να ομαδοποιούν μαζί όλα τα αντικείμενα που έχουν στρογγυλό σχήμα ή όλα τα αντικείμενα που έχουν τετράγωνο σχήμα.
 

Παιδιά σχολικής ηλικίας
• Δυσκολία στο να μάθουν αριθμητικές πράξεις (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός, διαίρεση)
• Δυσκολία στο να αναπτύξουν δεξιότητες επίλυσης μαθηματικών προβλημάτων
• Δυσκολία στο να μάθουν το λεξιλόγιο που είναι σχετικό με τα μαθηματικά
• Αποφεύγουν παιχνίδια στα οποία χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί στρατηγική
• Δυσκολεύονται να μάθουν την ώρα

Πώς διορθώνεται; Σε ποιον να απευθυνθεί ο γονιός;

Τα άτομα με δυσαριθμησία χρειάζεται να ακολουθήσουν πρόγραμμα σχεδιασμένο από ειδικό παιδαγωγό, καθώς και από άλλες ειδικότητες, όπως αυτή των εργοθεραπευτών. Τα προγράμματα για τη δυσαριθμησία οφείλουν να είναι εξατομικευμένα στις ανάγκες του κάθε ατόμου και να παρεμβαίνουν στους τομείς στους οποίους το άτομο δυσκολεύεται, όπως για παράδειγμα τον τομέα της μνήμης εργασίας ή τον τομέα των αλληλουχιών.

Τι προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει, αν δεν διορθωθεί; 

Η έγκαιρη και εξατομικευμένη παρέμβαση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την πορεία που θα ακολουθήσει το άτομο με δυσαριθμησία. Η απουσία παρέμβασης μπορεί να οδηγήσει σε:

• χαμηλή μαθητική απόδοση,
• χαμηλή αυτοεκτίμηση,
• απόσυρση από τη μαθησιακή διαδικασία
• δυσκολία στις κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες και
• αυξημένο άγχος.
Για αυτό το λόγο, οι γονείς και οι δάσκαλοι χρειάζεται να παρατηρήσουν τα πρώτα σημάδια της δυσαριθμησίας και να ζητήσουν άμεσα τη βοήθεια κάποιου ειδικού, προκειμένου να γίνει μία αρχική αξιολόγηση.
Περνώντας όμως στην ενήλικη ζωή, το άτομο με δυσαριθμησία που δεν έχει δεχτεί κάποια παρέμβαση, ενδέχεται να παρουσιάζει δυσκολία:
• στη διαχείριση των χρημάτων (π.χ.ρέστα),
• στον προσανατολισμό (π.χ. να μην μπορεί να πάει χωρίς βοήθεια σε κάποια μέρος, ακόμα και αν έχει πάει πολλές φορές και θα περιμέναμε να το έχει μάθει),
• στη διαχείριση του χρόνου (π.χ. να δυσκολεύεται να είναι συνεπής στα ραντεβού του),
• όπως και σε οτιδήποτε μπορεί να βασίζεται στα μαθηματικά (π.χ. στατιστική).


Πηγή


19/1/16

ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΠΡΟΣΟΧΗΣ: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ!



 -«Ο γιος μου δεν μπορεί να καθίσει καθόλου. Και στο σπίτι αλλά και στο Νηπιαγωγείο το βλέπουμε: Είναι “κινητή ζαλάδα”»
-«Η κόρη μου είναι 6 ετών και βλέπουμε τόσο στο Σχολείο όσο και στο σπίτι ότι συνεχώς “χαζεύει” και δεν μας προσέχει»
-«O γιος μου “φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουνε” και γίνεται σε όλους πολύ ενοχλητικός»
-«Η δασκάλα λέει ότι τελειώνει πάντα τελευταίος τα γραπτά του και η απόδοσή του είναι πολύ χαμηλή»
-«Η κόρη μου βιάζεται να απαντήσει σε αυτό που την ρωτάνε. Πολλές φορές δεν ακούει καν την ερώτηση»
-«Tο παιδί μου είναι μέσα στα νεύρα. Δεν μπορεί να καθίσει ούτε 5 λεπτά. Με τους συμμαθητές του και τον αδελφό του στο σπίτι όλο παίζουν ξύλο»
-«Μας παίρνει 2 ώρες να τελειώσουμε μία δουλειά των 10 λεπτών»
-«Είναι έξυπνο παιδί αλλά βαριέται. Όταν συγκεντρωθεί τα τελειώνει αμέσως»
Αυτές είναι μερικές από τις πιο συχνές εκφράσεις που ακούει ένας ειδικός κατά την πρώτη τηλεφωνική συνέντευξη. Το πρώτο αίτημα του γονέα, ότι το παιδί του δεν δείχνει προσοχή, έχει υπερκινητικότητα και έχει παρόρμηση στην συμπεριφορά του.
Ας δούμε λοιπόν έναν έναν αυτούς τους παράγοντες.
  
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΣΟΧΗ
Είναι μια ανώτερη εγκεφαλική λειτουργία που μας επιτρέπει ανά πάσα στιγμή να ξεχωρίζουμε και να συγκεντρωνόμαστε σ’ αυτό που μας ενδιαφέρει, μας αφορά ή μας ζητείται και να αφήνουμε τα υπόλοιπα ερεθίσματα του περιβάλλοντος σε δεύτερη μοίρα.
Είναι ακριβώς αυτή η λειτουργία που πρέπει να ενεργοποιηθεί όταν το παιδί βρίσκεται στην τάξη και πρέπει να συγκεντρωθεί στο τι λέει ο εκπ/τικός και να μην ασχοληθεί με τον διπλανό του ή με έναν θόρυβο που ακούστηκε. Είναι προϋπόθεση για να μπορέσει να καταλάβει τι λέει ο εκπ/τικός για να το μάθει στη συνέχεια.
Το σύστημα προσοχής του ανθρώπου διαιρείται σε 3 τμήματα που εκτελούν διαφορετικές λειτουργίες
-Εστίαση στα εισερχόμενα ερεθίσματα από τα αισθητηριακά συστήματα
-Ανίχνευση των ερεθισμάτων για συνειδητή επεξεργασία
-Διατήρηση εγρήγορσης
Το απρόσεχτο παιδί είναι το παιδί που δείχνει αδιάφορο, αποτραβηγμένο, συνεχώς κουρασμένο, απαθές, απορροφημένο και αργό. Πολύ συχνά δυσκολεύεται να:
-συγκεντρώσει την προσοχή του σε λεπτομέρειες και κάνει λάθη απροσεξίας                              
-διατηρήσει την προσοχή του σε δραστηριότητες του παιχνιδιού                                      
-οργανώσει δουλειές και δραστηριότητες                                                                              
-διεκπεραιώσει σχολικές εργασίες ή άλλα καθήκοντα στο σπίτι ή την τάξη                         
-εμπλακεί σε δραστηριότητες που απαιτούν σταθερή πνευματική προσπάθεια
 επίσης πολύ συχνά
  • χάνει αντικείμενα απαραίτητα για δραστηριότητες (παιχνίδια, μολύβια, βιβλία κλπ)                     
  • η προσοχή του διασπάται εύκολα από εξωτερικά ερεθίσματα
  • ξεχνά καθημερινές δραστηριότητες
  • φαίνεται σαν να μην ακούει όταν του μιλούν                                        
 
Τα συμπτώματα αυτά δεν είναι πάντοτε παρόντα στον ίδιο βαθμό. Είναι πιο εμφανή στις δραστηριότητες υποχρέωσης που το παιδί τις βρίσκει βαρετές ή δύσκολες, ενώ όταν κάτι το ενδιαφέρει, τότε η απροσεξία μπορεί να μην είναι καθόλου εμφανής –πχ Ηλεκτρονικά παιχνίδια-(αυτός συχνά είναι και ο παράγοντας που οι γονείς συχνά δεν μπορούν να κατανοήσουν την συμπεριφορά του παιδιού τους).

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΙΝΗΣΗΣ
Είναι ο εγκεφαλικός μηχανισμός που μειώνει την κινητικότητα του ατόμου όταν πρέπει να ασχοληθεί με μία δραστηριότητα που δεν απαιτεί κίνηση (πχ πνευματική- μελέτη, γράψιμο, επιτραπέζιο παιχνίδι κλπ)
Το υπερκινητικό παιδί, είναι πολύ ενεργητικό παιδί, μόνιμα ενασχολούμενο, σε συνεχή κίνηση
και πολύ διεγερμένο. Πολύ συχνά:
  • στριφογυρίζει στην θέση του                                                                                  
  • σηκώνεται από τη θέση του στην τάξη ή στο σπίτι                                                     
  • τρέχει τριγύρω, σκαρφαλώνει και στριφογυρίζει,                                                   
  • δυσκολεύεται να συμμετέχει ήσυχα σε δραστηριότητες κατά τον ελεύθερο χρόνο του     
  • μιλά...ακατάπαυστα                                                                                                                   
Η Υπερκινητικότητα είναι πολύ ενοχλητικό σύμπτωμα και γι’ αυτόν τον λόγο είναι πιο γνωστή ως πρόβλημα και φέρνει πολύ συχνότερα τα παιδιά στον ειδικό απ’ ό,τι η Απροσεξία από μόνη της.
Μετά την ηλικία των 4 ετών, το παιδί που κουνιέται συνέχεια, τρέχει, σκαρφαλώνει στα θρανία, σηκώνεται στην τάξη, που δυσκολεύεται ακόμη και να παίξει ήρεμα, δημιουργεί την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. Το παιδί αυτό από νωρίς εισπράττει αποδοκιμασία απ’ το περιβάλλον (γονείς, συγγενείς, εκπαιδευτικοί), που είναι δικαιολογημένη, καθώς η συμπεριφορά του  ενοχλεί και κουράζει.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΑΡΟΡΜΗΣΗΣ
Είναι η ανώτερη εγκεφαλική λειτουργία που επιτρέπει στο άτομο να ελέγχει όλες τις παραμέτρους της κατάστασης και να επιλέξει καλά ένα σχέδιο πριν εκτελέσει κάτι.

Το παρορμητικό παιδί μοιάζει αρκετά και με το απρόσεχτο και με το υπερδιεγερμένο παιδί. Πολύ συχνά:
 
 
  • απαντά απερίσκεπτα προτού ολοκληρωθεί η ερώτηση                                                    
  • δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του                                                                              
  • διακόπτει τους άλλους (π.χ. παρεμβαίνει απρόσκλητα σε συζητήσεις ή παιχνίδια)
  • κάνει πράγματα επικίνδυνα για τον εαυτό του ή τους άλλους
Πάρα πολύ συχνά το παρορμητικό παιδί είναι και υπερκινητικό. Ο συνδυασμός αυτός είναι ακόμη δυσκολότερος, γιατί ακόμη και η πιο καλοπροαίρετη οικογένεια ή οι πιο υπομονετικοί δάσκαλοι δύσκολα θα αντέξουν τα ενοχλητικά αυτά συμπτώματα. Ακόμα και οι συμμαθητές και οι φίλοι κουράζονται και συχνά καταλήγουν να αποφεύγουν το παιδί με υπερκινητικότητα – παρορμητικότητα.
Και οι 3 παραπάνω κατηγορίες των παιδιών, όταν οι δυσκολίες τους επιβαρύνουν την καθημερινή τους λειτουργικότητα (Σχολική επίδοση, ήσυχο παιχνίδι, σχέση με τους συνομηλίκους, οικογενειακή ηρεμία) είναι πολύ πιθανό να ανήκουν στην:  

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ)
Η ΔΕΠ-Υ είναι ένα αρκετά συχνό πρόβλημα (τουλάχιστον ένας μαθητής σε κάθε τάξη) που αναγνωρίζεται στη σχολική ηλικία και που εκφράζεται με δυσκολίες στη μάθηση και στη συμπεριφορά.
Η δυσκολία αυτή έχει να κάνει με τον εγκέφαλο του παιδιού. Κάποια εγκεφαλικά κέντρα (κύρια στον προμετωπιαίο και τον δεξιό βρεγματικό λοβό) που ασκούν έλεγχο στην υπερδραστηριότητα  υπολειτουργούν, ενώ υπάρχει μια άρση αναστολών που κάνει το παιδί να δρα παρορμητικά χωρίς να σκέφτεται προηγουμένως την ορθότητα ή τις συνέπειες των πράξεών του. Δυσκολεύεται να κατασκευάσει ένα εκτελεστικό πλάνο και να οργανώσει μια δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να κινείται υπερβολικά και άσκοπα. Στην ουσία δεν θέλει να ταλαιπωρεί τους γονείς ή τους δασκάλους και δεν χαίρεται καθόλου με την απόρριψη που λαμβάνει ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΝΕΡΓΗΣΕΙ ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΡΟΠΟ. Άρα λοιπόν με βάση τα παραπάνω, η ΔΕΠ-Υ δεν είναι μια αναπτυξιολογική δυσκολία η οποία περνάει με τον χρόνο.
Όπως προαναφέρθηκε, τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της διαταραχής είναι τα εξής :
–          Ελλειμματική προσοχή
–          Υπερκινητικότητα
–          Παρορμητικότητα
 Δεν χρειάζεται το παιδί να εμφανίζει και την υπερκινητικότητα και την απροσεξία. Μπορεί να είναι μόνο υπερκινητικό ή μόνο απρόσεχτο.
 Κανονικά, οι δυσκολίες πρέπει να εντοπίζονται πριν ακόμη πάει το παιδί στο σχολείο από τους γονείς ή από την Νηπιαγωγό.
 Η διάγνωση δεν πρέπει να γίνεται εύκολα και επιπόλαια και πρέπει να μελετηθούν όλοι οι παράγοντες της ζωής του παιδιού.

ΣΥΝΟΔΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΔΕΠ-Υ
Δυστυχώς το παιδί με ΔΕΠ-Υ κινδυνεύει (σε ποσοστό 70%) να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο φάσμα δευτερογενών δυσκολιών εάν η πάθηση δεν εντοπιστεί νωρίς και δεν εφαρμοστεί πρόγραμμα παρέμβασης. Η βιβλιογραφία και η εμπειρία του υπογράφοντος έχουν ορίσει ως μεγαλύτερες δυσκολίες τα εξής:
-Ειδικές Μαθησιακές Διαταραχές (δυσλεξία κλπ). Οι δυσκολίες της επικέντρωσης προσοχής και της επεξεργασίας δυσκολεύουν τον μαθητή με ΔΕΠ-Υ να οργανώσει σωστά την εισερχόμενη μάθηση από την προσχολική ακόμη ηλικία.
-Διαταραχή του συντονισμού των κινήσεων. Δυσκολίες στην οργανωμένη κινητική εκτέλεση με αποτέλεσμα τα παιδιά να δίνουν σημαντικά αδέξια εικόνα.
-Διαταραχές λόγου και ομιλίας. Το παιδί δυσκολεύεται να οργανώσει τόσο το λεκτικό εισερχόμενο (κατανόηση) όσο και το εξερχόμενο (οργανωμένη και δομημένη ομιλία, αφήγηση, γραπτός λόγος).
-Υψηλά επίπεδα άγχους. Μία πολύ επώδυνη για το παιδί δυσκολία.
-Δευτερογενή ψυχολογικά προβλήματα λόγω της συνεχούς απόρριψης που βιώνει το παιδί μόνιμα συγκρινόμενο με το περιβάλλον του.
– Συχνές εμμονές και ψυχαναγκασμοί.
– Υψηλά επίπεδα κατάθλιψης μετά την ηλικία των 8 ετών
-Διαταραχές διαγωγής και παραπτωματικές συμπεριφορές.
Τέλος θα πρέπει να αναφερθούν οι σημαντικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γονείς του παιδιού με ΔΕΠ-Υ. Το παιδί προκαλεί υψηλότατα επίπεδα stress στην οικογένεια και στον κοινωνικό περίγυρο.  Αυτό ξεκινά από την προσχολική ακόμη περίοδο και εάν δεν διαγνωστεί και δεν αντιμετωπιστεί, είναι βέβαιο ότι φέρνει την οικογένεια σε πολύ άσχημη θέση. Πολύ συχνά επιρρίπτουν κάποιοι ειδικοί ευθύνες στην οικογένεια του παιδιού με ΔΕΠ-Υ. Η λέξη «όρια» έχει καταντήσει «καραμέλα» στο στόμα πολλών ειδικών. Πρέπει πρώτα να ενσκύψουμε στην καθημερινή δυσκολία που προκαλεί άθελά του το παιδί με ΔΕΠ-Υ στην οικογένειά του και μετά να προχωρήσουμε στην «θεραπευτική συμμαχία» και στην κατάστρωση σφαιρικού πλάνου παρέμβασης.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Ο άξονας που πρέπει να κινηθεί η παρέμβαση στο παιδί με ΔΕΠ-Υ είναι τριπλός:
Α. Βελτίωση μηχανισμών συγκέντρωσης προσοχής (αισθητηριακή εστίαση, επεξεργασία, διατήρηση εγρήγορσης)
Β. Ενίσχυση σχεδιαστικών και εκτελεστικών μοντέλων (βελτίωση ιδεασμού και πράξης)
Γ. Στήριξη της αυτοπεποίθησης του παιδιού.
Ταυτόχρονα κρίνεται ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ η Συμβουλευτική της οικογενείας και του Εκπαιδευτικού περιβάλλοντος του παιδιού. Πρέπει και τα 2 αυτά πλαίσια να εκπαιδευτούν για τα δεδομένα της δυσκολίας, να σεβαστούν τις ιδιαιτερότητες του παιδιού με ΔΕΠ-Υ και να χτίσουν από κοινού με τους ειδικούς τους μηχανισμούς διευκόλυνσης του παιδιού.
 Οι βασικές Ειδικότητες που θα βοηθήσουν το παιδί με ΔΕΠ-Υ είναι ο Ψυχοπαιδαγωγός, ο Εργοθεραπευτής και η Ψυχολόγος Συμβουλευτικής ή η Κοινωνική Λειτουργός.

Η ΠΡΟΓΝΩΣΗ
 Η πρόγνωση της δυσκολίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από 3 ΚΑΙΡΙΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ:
1.Ηλικια έναρξης της αντιμετώπισης από εξειδικευμένους στις δυσκολίες ειδικούς.
2.Την καίρια παρέμβαση του περιβάλλοντος (οικογένεια, Σχολείο, οργάνωση μηχανισμών μελέτης)
3. Την ύπαρξη και εγκατάσταση στο παιδί δευτερογενών δυσκολιών.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΤΡΑΤΟΣ. ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΟΣ ΕΡΓΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ

20/11/15

Χαρακτηριστικά συμπτώματα πιθανής μαθησιακής δυσκολίας στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό!


   ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ - ΔΗΜΟΤΙΚΟ
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ KAI ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΙΘΑΝΗΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗΣ ΔΥΣΚΟΛΙΑΣ Ή ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ

ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ
1. Δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει σύνθετες και πολύπλοκες λέξεις.
2. Έχει προβλήματα με τους χρόνους των ρημάτων ή τις αντωνυμίες.
3. Παραλείπει συλλαβές ή καταλήξεις
4. Μιλάει κομπιαστά ψάχνοντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις.
5. Μπερδεύει την σειρά των γραμμάτων μέσα στην λέξη
6. Μπερδεύει ακουστικά παρόμοιες λέξεις π.χ. λέει ματηθής αντί μαθητής, σάλαθα νατί θάλασσα κ.λ.π
7. Οι προφορικές του εκφράσεις είναι ανώριμες συντακτικά και γραμματικά
8. Δεν μπορεί να διηγηθεί μια ιστορία με την σωστή σειρά των γεγονότων
9. Δυσκολεύεται να συσχετίσει αντικείμενα που βρίσκονται στο άμεσο περιβάλλον με την ανάλογη ονομασία τους
10. Δεν καταλαβαίνει την έννοια της ομοιοκαταληξίας και της ακολουθίας
11. Όταν συλλαβίζει μπορεί να αποκωδικοποιεί σωστά τα γραφήματα, ενώ όταν προσπαθεί να διαβάσει την λέξη ολόκληρη την λέει λάθος
12. Δεν ξέρει που τονίζονται οι λέξεις και πώς να χρησιμοποιεί τα σημεία στίξης
13. Δεν ξεχωρίζει τα γράμματα μεταξύ τους
14. Δεν μπορεί να καταλάβει παιχνίδια με λέξεις και γράμματα

ΣΤΟ ΓΡΑΠΤΟ ΛΟΓΟ
1. Δυσκολεύεται να ζωγραφίσει ή να φτιάξει ορισμένα σχήματα.
2. Δυσκολεύεται να γράψει το όνομά του και παρουσιάζει δείγματα στρεφοσυμβολισμού και καθρεπτικής γραφής
3. Αντιστρέφει, μεταθέτει γράμματα ή συλλαβές
4. Προσθέτει, παραλείπει γράμματα ή συλλαβές
5. Δεν ξέρει να βάζει τόνους
6. Δεν βάζει σημεία στίξης
7. Κολλάει τις λέξεις μεταξύ τους
8. Ακατάστατη και ακαταλαβίστικη γραφή
9. Λάθη στην αντιγραφή από τον πίνακα
10. Λάθη αδικαιολόγητα και διαφορετικά στην ορθογραφία

ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ
1. Έχει δυσκολία στην εκτέλεση έργων που προϋποθέτουν προσανατολισμό στο χώρο και στον χρόνο.
2. Συγχέει το δεξιά – αριστερά, βορράς – νότος, χθες – αύριο.
3. Δυσκολεύεται να διαβάσει σωστά τον χάρτη ή να μάθει την ώρα.
4. Τα προβλήματα προσανατολισμού επηρεάζουν ακόμη καθημερινές λειτουργίες όπως την διαδικασία που φοράει τα ρούχα του, που δένει τα κορδόνια των παπουτσιών του, και γενικότερα έχει πρόβλημα στην επίγνωση του χρόνου.
5. Δεν μπορεί να επαναλάβει με την σωστή σειρά τις μέρες τις εβδομάδες, τους μήνες, την προπαίδεια.
6. Έχει δυσκολία στην αντιγραφή κινήσεων του γυμναστή όταν αυτός αντικρίζεται κατά πρόσωπο.

ΜΝΗΜΗ
1. Δυσκολεύεται να θυμηθεί και συνεπώς να εκτελέσει μια σειρά προφορικών εντολών , να πει τους μήνες με την σειρά, να αριθμήσει τους ζυγούς, να μάθει την προπαίδεια.
2. Δυσκολεύεται να μάθει ημερομηνίες, τοποθεσίες, ονόματα, χώρες, πρωτεύουσες.
2. Έχει ανεπάρκεια βραχύχρονης και μακροπρόθεσμης μνήμης, που έχει σαν αποτέλεσμα να ξεχνά τις οδηγίες του δασκάλου, τις εργασίες που έχει να κάνει για το σχολείο, που είναι τα πράγματά του.

πηγή: Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Γονέων με Δυσλεξία & Μαθησιακές Δυσκολίες

Η σημασία της έγκαιρης και σωστής διαγνωσης της δυσλεξίας!

  Το ζήτημα της δυσλεξίας απασχολεί την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες. Πρόκειται για τη δυσκολία του ατόμου στην εκμάθηση και κατάκτηση των μηχανισμών της ανάγνωσης και γραφής, παρά το φυσιολογικό νοητικό του επίπεδο, την απουσία αισθητηριακών προβλημάτων και τις ίσες ευκαιρίες για εκπαίδευση. Αποτελεί τον πιο διαδεδομένο όρο που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τις σοβαρές και ειδικές δυσκολίες που εμφανίζει ένας μεγάλος αριθμός μαθητών στην απόκτηση των σχολικών γνώσεων επηρεάζοντας την μάθηση.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η διάγνωση της δυσλεξίας δε σημαίνει απλά επιλογή και χορήγηση ορισμένων τεστ για να διαπιστωθεί η dys2ύπαρξή της σε ορισμένα παιδιά και να σκιαγραφηθούν οι ειδικές δυσκολίες τους στη χρήση και στην κατανόηση του γραπτού λόγου. Πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει ένα σύνολο στρατηγικών που απευθύνονται τόσο στο παιδί με δυσλεξία όσο και στα άμεσα εμπλεκόμενα μέλη (σχολείο, οικογένεια, κοινωνικός περίγυρος). Αξίζει να σημειωθεί, ότι η διάγνωση απαιτεί εμπειρία, εξειδίκευση και μεγάλη προσοχή και γι' αυτό θα πρέπει να γίνεται από ομάδα ειδικών επιστημόνων που θα εκτιμήσουν προσεκτικά τις ικανότητες και τις αδυναμίες του παιδιού. Από την άλλη η μη έγκαιρη διάγνωση, συνεπάγεται σημαντικά προβλήματα που αφορούν την εκπαίδευση του μαθητή και τις ψυχολογικές συνέπειες από την ακαδημαϊκή αποτυχία, που είναι αποτέλεσμα της δυσλεξίας του παιδιού. Τα επακόλουθα που προσδίδει η μη έγκαιρη διάγνωση της δυσλεξίας στη μελλοντική ακαδημαϊκή εξέλιξη και επίδοση του μαθητή είναι αρνητικά και με δυσχερείς συνέπειες για τους μαθητές. Παρόμοια λειτουργεί και η διάγνωση της λανθασμένης κλινικής εικόνας για τον μαθητή με φυσική συνέπεια τις λανθασμένες παρεμβάσεις, οι οποίες δε μπορούν να βοηθήσουν στην επανένταξη του μαθητή.
dys1Ο Στασινός αναφέρει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών με δυσλεξία μπορούν να επανέλθουν στην ομαλή σχολική εργασία, όταν η διάγνωσή της γίνει στις δύο πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου (Στασινός, 2009). Αυτές οι τάξεις του δημοτικού σχολείου αποτελούν το ιδανικό χρονικό πλαίσιο, τόσο σε σχέση με την προοπτική επιτυχίας οποιασδήποτε επιχειρούμενης παρέμβασης, όσο και με την προοπτική της θετικής επίδρασης που θα έχει αυτή η παρέμβαση στην αυτοεκτίμηση και στην παρακίνηση του παιδιού.
Για την ορθή, λοιπόν, διάγνωση της δυσλεξίας είναι απαραίτητη η ανεύρεση όλων των τυπικών χαρακτηριστικών του συνδρόμου, ενώ παράλληλα θα πρέπει να εξασφαλίσουμε την ύπαρξη φυσιολογικής όρασης, ακοής και κινητικότητας. Ακόμη, πρέπει να διερευνηθεί η ενδεχόμενη ύπαρξη ενός οργανικού νοσήματος και η νοημοσύνη του παιδιού. Σε όλη αυτή την προσπάθεια της διάγνωσης, καθοριστικός είναι ρόλος του εκπαιδευτικού, ο οποίος θα πρέπει στα πρώτα χρόνια φοίτησης του παιδιού στο σχολείο να έχει κάνει αρκετές παρατηρήσεις και καταγραφές της γραπτής γλωσσικής συμπεριφοράς του παιδιού, που θα επιβεβαιώνουν τις αρχικές του υποψίες ότι κάτι απρόσμενο συμβαίνει.
Εξίσου σημαντική με την έγκαιρη διάγνωση, είναι η διάγνωση της ακριβής κλινικής εικόνας του μαθητή με δυσλεξία. Υπάρχουν αρκετοί ενδεχόμενοι παράμετροι που μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένου τύπου διάγνωση για την κλινική εικόνα του μαθητή. Ειδικότερα, οι παρατηρούμενες συναισθηματικές, κοινωνικές ή οικογενειακές δυσκολίες, ενδέχεται να αποτελούν την αιτία των ακαδημαϊκών δυσκολιών του ατόμου ή αντίθετα μπορεί να είναι το αποτέλεσμα αυτών των ακαδημαϊκών δυσκολιών, της απογοήτευσης και των αποτυχιών που έχει βιώσει το παιδί (Bender, 1987).
Επίσης, ένα ακόμα στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό είναι να φροντίσει ο ειδικός να διακρίνει τις δυσκολίες που οφείλονται σε μαθησιακή διαταραχή από τις δυσκολίες που παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα περιορισμένων ευκαιριών για μάθηση και εκπαίδευση, όπως συμβαίνει σε προβληματικές οικογένειες, στις οποίες η παρεχόμενη φροντίδα είναι ανεπαρκής (Καλαντζή-Αζίζι, Α. 2003)
Συνοψίζοντας, η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση της δυσλεξίας αποτελεί ισχυρό όπλο στα χέρια των ειδικών, διότι με τον τρόπο αυτό μπορούμεdys3 να εξασφαλίσουμε υψηλές πιθανότητες για να ξεπεραστούν τα προβλήματα της δυσλεξίας που εμφανίζουν οι μαθητές, εφαρμόζοντας ακριβείς παρεμβάσεις. Επειδή η διάγνωση της δυσλεξίας γίνεται με τον αποκλεισμό των διαφόρων ψυχο-περιβαλλοντικών παραγόντων που προκαλούν προβλήματα ανάγνωσης και ορθογραφίας, η δυσλεξία δεν μπορεί να διαγνωστεί με ακρίβεια σε παιδιά με πολλές απουσίες από το σχολείο, ή παιδιά που προέρχονται από μη προνομιούχο κοινωνικο-πολιτιστικό περιβάλλον και που είναι χαμηλής νοημοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να ακολουθείται μια διεξοδική διαδικασία αξιολόγησης, η οποία να περιλαμβάνει τη συλλογή ποικίλων πληροφοριών με διαφορετικές μεθόδους και από πολλές πηγές και να διεξάγεται από μια διεπιστημονική ομάδα (Χατζηχρήστου, 2004). Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με τη σωστή, ειδική και εξατομικευμένη αντιμετώπιση, καθώς και με συμπαράσταση από το σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού, θα εξασφαλίσουν την πλέον αισιόδοξη πρόγνωση για βελτίωση της εξέλιξης και της ακαδημαϊκής επίδοσής του.
Συγγραφή και επιμέλεια άρθρου:
Τσιαφούλη Βάλια, Ειδική Παιδαγωγός
Βιβλιογραφία
  • Bender, W.N. (1987), Secondary personality and behavioural problems in adolescents with learning disabilities. JournalLearningDisabilities, 20, 280-285.
  • Καλαντζή-Αζίζι, Α. (2003), Διδακτικές σημειώσεις- Μάθημα: Γνωσιακές / Συμπεριφοριστικές Προσεγγίσεις στην Ψυχοθεραπεία. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών-Τομέας Ψυχολογίας.
  • Σπαντιδάκης Ι. Προβλήματα Παραγωγής Γραπτού Λόγου Παιδιών Σχολικής Ηλικίας, 1η έκδοση. Ελληνικά Γράμματα . Αθήνα, 2004: 42-45.
  • Στασινός, Δ. Π. (2009). Ψυχολογία του λόγου και της γλώσσας: Ανάπτυξη και παθολογία, δυσλεξία και λογοθεραπεία. Αθήνα: Gutenberg.
  • Στασινός, Δ. (2013). Η Ειδική εκπαίδευση 2020, για μία συμπεριληπτική ή ολική εκπαίδευση στο νέο- ψηφιακό σχολείο με ψηφιακούς μαθητές. Αθήνα: Παπαζήση.
  • Φλωράτου ΜΜ. Μαθησιακές Δυσκολίες και Όχι τεμπελιά. Αθήνα: Οδυσσέας 2005:7-15.
  • Χατζηχρήστου, Χ. (2004). Εισαγωγή στη σχολική ψυχολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Αναδημοσίευση από: http://www.anadrassi.gr

22/10/15

Συμβουλές για γονείς παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες!


Η έγκυρη αναγνώριση και συνειδητοποίηση από τους γονείς των ψυχολογικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών παραγόντων που εμπλέκονται στο πρόβλημα του παιδιού τους είναι το πιο σημαντικό εφόδιο στην προσπάθεια σχεδιασμού μιας αποτελεσματικής παρέμβασης, που κυρίως στοχεύει να ενισχύσει την αίσθηση ικανότητας, αυτάρκεια, και προσωπικού ελέγχου που έχει το παιδί για ό,τι αφορά τη ζωή του. Οι προσπάθειες, τόσο των γονιών όσο και των εκπαιδευτικών θα πρέπει να έχουν ως γνώμονα και τελικό στόχο:
  1. Την διαμόρφωση στο σπίτι και στο σχολείο ενός περιβάλλοντος που συντελεί όχι μόνο στο να πετύχει το παιδί, αλλά και να βιώσει αυτή του την επιτυχία ως αποτέλεσμα κυρίως των δικών του προσπαθειών και ικανοτήτων. Για να συμβεί αυτό πρέπει να ενδυναμώσουμε το παιδί και να ενισχύσουμε την αίσθηση ότι έχει το ίδιο προσωπικά το έλεγχο και την ευθύνη για τη ζωή του. Οι γονείς δεν πρέπει να κάνουν εκείνοι την δουλειά του παιδιού, αλλά να το βοηθήσουν να οργανώσει τις προσπάθειες και τις δυνάμεις του με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτύχει το ίδιο το επιθυμητό ή παραπλήσιο αποτέλεσμα. Μ'αυτόν τον τρόπο επικοινωνούν στο παιδί την αποδοχή και την εκτίμησή τους, ενισχύουν την αυτοπεποίθησή του, βοηθούν στην εσωτερική του ηρεμία, το κινητοποιούν να πετύχει περισσότερα, ενώ ενθαρρύνουν την αυτονομία του. 
  2. Την δημιουργία ενός περιβάλλοντος που ενισχύει την πεποίθηση στο παιδί ότι τα λάθη και αποτυχίες δεν είναι μόνο αποδεκτές, αλλά είναι αναμενόμενα, και πρέπει να τα βλέπουμε σαν ευκαιρίες για μάθηση. Με άλλα λόγια ,να επιδιώκουμε το δύσκολο πράγματι καθήκον, να πείσουμε τα παιδιά που είναι ευάλωτα σε αποτυχίες - πολλά εκ των οποίων νιώθουν ηττημένα και κουρασμένα μετά από χρόνια απογοητεύσεων και αποτυχιών - ότι οι αποτυχίες τους μπορεί να τα οδηγήσουν στην επιτυχία.
Προκειμένου να είναι αποτελεσματικός ένας γονιός που έχει παιδί με μαθησιακές δυσκολίες πρέπει να είναι πάνω από όλα αποτελεσματικός μάνατζερ. Η αλληλεπίδρασή του με το παιδί πρέπει να είναι προβλέψιμη, και να βασίζεται στην συνέπεια, και κυρίως στην κατανόηση των χρόνιων δυσκολιών που το παιδί είναι πιθανό να αντιμετωπίσει. Θα ήταν ίσως χρήσιμο να έχει υπόψιν του τα παρακάτω:
Ενημέρωση-εκπαίδευση γονέων:
  • Οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν για όλα τα ζητήματα που σχετίζονται και οριοθετούν τη διαταραχή: αναπτυξιακά, μαθησιακά, συμπεριφορικά και συναισθηματικά.
  • Πρέπει επίσης να παρατηρούν το παιδί σε όλες της εκδηλώσεις της ζωής του ώστε να έχουν μία όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τις ικανότητες και τις αδυναμίες του.
Ανεπάρκεια του παιδιού, όχι μη-συμμόρφωση:
  • Γονείς & εκπαιδευτικοί πρέπει να κατανοήσουν ότι τα παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες συνήθως παρουσιάζουν, χωρίς να το επιδιώκουν, προβληματική συμπεριφορά, ή οποία οφείλεται κυρίως στην εγγένει αδυναμία τους να χρησιμοποιήσουν με συνέπεια εκτελεστικές δεξιότητες. Δεν προκαλούν σκόπιμα προβλήματα , όπως τα παιδιά που συνειδητά επιλέγουν να μη συμμορφωθούν με οδηγίες και κανόνες.
Θετικές κατευθύνσεις προς τα παιδιά: 
  • Με το να λέμε στα παιδιά τι να κάνουν, παρά τι να μην κάνουν τους δίνουμε έναυσμα και κίνητρα για δράση, χωρίς να τα αποτρέπουμε. Ο στόχος μας που είναι να χτίσουμε τις δυνάμεις του παιδιού, κι όχι να μεγεθύνουμε τις αδυναμίες του επιτυγχάνεται πολύ καλύτερα με τέτοιου είδους προτροπές.
  • Στο ίδιο θετικό πλαίσιο πρέπει οι γονείς να θέτουνε κάποιους κανόνες, οι οποίοι πρέπει να εφαρμόζονται με συνέπεια.
  • Συναισθηματικές αντιδράσεις των γονιών, όπως ο θυμός, η γελοιοποίηση, ή ο χλευασμός του παιδιού καλό είναι να αποφεύγονται. Ο γονιός δεν πρέπει να ξεχνά ότι το παιδί έχει πρόβλημα με τον έλεγχο της συμπεριφοράς του, και ότι μόνο χειρότερα μπορεί να νιώσει εάν του πει: "αυτή η εργασία που σου έβαλα να κάνεις είναι πολύ εύκολη. Ο καθένας θα μπορούσε να την κάνει!…". Αντί να πει ο γονιός στο παιδί: "εάν προσπαθούσες περισσότερο θα τα πήγαινες καλύτερα...", ή "εάν έδειχνες πιο συχνά την απαραίτητη προσοχή και δεν τεμπέλιαζες, θα είχες καλύτερες επιδόσεις στο σχολείο", θα ήταν πιο αποτελεσματικό να του πει: "Νομίζω ότι προσπαθείς, πιστεύω όμως ότι το πρόβλημα μπορεί να οφείλεται στο ότι οι τρόποι/ τεχνικές που χρησιμοποιείς για να μάθεις, ή οι τεχνικές που οι δάσκαλοί σου χρησιμοποιούν δεν είναι οι καλύτερες δυνατές…". Τέτοιου είδους σχόλια από τη μια δεν ωθούν το παιδί σε αμυντικότητα, κι από την άλλη μπορεί να το κάνουν να αναρωτηθεί τι σημαίνει "τεχνική" μάθησης, και να αποτελέσουν έτσι αφετηρία ενός δημιουργικού διαλόγου με το παιδί που θα ενισχύσει το κριτικό του πνεύμα και την πληροφόρησή του σχετικά με τη χρήση αποτελεσματικών τεχνικών μάθησης κι επικοινωνίας.
Τα παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες χρειάζονται συχνότερη επανατροφοδότηση για τις επιδόσεις και τη συμπεριφορά τους από τους γονείς και τους δασκάλους.
Οι γονείς πρέπει να "χτίζουν" τη σχέση τους με το παιδί:
  • Οι γονείς πρέπει να θυμούνται πως η σχέση τους με το παιδί μπορεί να περάσει δοκιμασίες. Είναι πολύ σημαντικό να ξοδεύουν αρκετό χρόνο με το παιδί για να διατηρήσουν τη σχέση τους ζωντανή και λειτουργική. Καλό θα ήταν να βρουν - μέσα από τη συζήτησή τους με το παιδί - μια ευχάριστη δραστηριότητα και να αλληλεπιδρούν έτσι, τουλάχιστον μερικές φορές την εβδομάδα.
Αμοιβές:
  • Τα παιδιά αυτά χρειάζονται να αμείβονται πιο συχνά, και με συνέπεια. Τόσο οι κοινωνικοί ενισχυτές (επιδοκιμασία), όσο και οι υλικές αμοιβές (παιχνίδια, ιδιαίτερη μεταχείριση και προνόμια) είναι καλό να προσφέρονται σε μεγαλύτερο βαθμό κάθε φορά που το παιδί συνεργάζεται ή έχει κάποια επιτυχία. Στην πραγματικότητα, τα παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες δέχονται συνήθως λιγότερες θετικές ενισχύσεις από ότι τα αδερφάκια τους. Πρέπει, λοιπόν, οι γονείς να προσπαθούν να κρατήσουν κάποια ισορροπία. 
  • Τάϊμινγκ: Οι συνέπειες - τόσο οι αμοιβές, όσο και οι τιμωρίες - που τα παιδιά αποκομίζουν από τη συμπεριφορά τους πρέπει να μην απέχουν χρονικά από την συμπεριφορά και να ακολουθούν τη συμπεριφορά κάθε φορά που το παιδί ενεργεί μ'αυτόν τον τρόπο (ταχύτητα & συνέπεια).
  • Πρόγραμμα παροχής-αφαίρεσης αμοιβών: Σύμφωνα μ'αυτό, παρέχουμε από την αρχή της ημέρας όλους τους θετικούς ενισχυτές (αμοιβές) στο παιδί και το παιδί θα πρέπει επιδεικνύοντας την επιθυμητή συμπεριφορά να τους διατηρήσει, σε αντίθετη περίπτωση αφαιρούνται. Ή μπορεί το παιδί να ξεκινήσει από το μηδέν, δίνοντάς του όμως την ευκαιρία να κερδίσει κατά τη διάρκεια της ημέρας 3 ή και 5 φορές περισσότερους ενισχυτές ως αντάλλαγμα για την θετική του συμπεριφορά, σε σχέση με αυτές τις αμοιβές που θα χάσει εάν συμπεριφερθεί αρνητικά. (π.χ. Θα πάρει 5 σακουλάκια τσιπς εάν κάνει κάτι σωστά, ενώ θα χάσει μόνο 1 εάν κάνει κάτι λάθος). Επίσης, οι πιο συχνές (καθημερινές) ευκαιρίες για επιβράβευση βοηθούν περισσότερο από τις αμοιβές που δίνονται για την επιτυχία μακροπρόθεσμων στόχων. 
Προφυλάξεις / προσχέδιο από τους γονείς:
  • Οι γονείς, γνωρίζοντας τα όρια, τις δυνάμεις, και τις αδυναμίες του παιδιού (στο κοινωνικό, μαθησιακό και εκτελεστικό επίπεδο) είναι καλό να προφυλάσσουν το παιδί από καταστάσεις στις οποίες υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εισπράξει αρνητική ενίσχυση, αίσθημα μειονεξίας, και απόρριψη εξαιτίας της συμπεριφοράς του.
Ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων:
  • Η ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που οι γονείς παιδιών με ιδιαιτερότητες καλούνται να αντιμετωπίσουν. Η κοινωνικότητα του παιδιού θα καθορίσει τελικά σε μεγάλο βαθμό την αυτοπεποίθησή του, τις φιλίες του, και την προσαρμογή του στη σχολική ζωή. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι οι κοινωνικές δεξιότητες του παιδιού θα καθορίσουν την επιτυχία του και την προσαρμογή του στη ενήλικη ζωή του. Η έρευνα ξεκάθαρα υποστηρίζει την άποψη ότι η ποιότητα της ζωής ενηλίκων με μαθησιακές δυσκολίες εξαρτάται πρώτα από όλα από τον βαθμό στον οποίο κατάφεραν να αναπτύξουν τις κοινωνικές τους δεξιότητες, κι όχι από τις ακαδημαϊκές τους επιδόσεις.
Οι γονείς να φροντίζουν τον εαυτό τους:
  • Οι οικογένειες με ένα ή περισσότερα παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες συχνά βιώνουν έντονο στρες, συζυγικά προβλήματα, και σοβαρά συναισθηματικά προβλήματα που μπορεί να έχουν την αφετηρία τους στις δυσκολίες και τη συμπεριφορά του παιδιού. Είναι σημαντικό λοιπόν να συνειδητοποιήσουν γρήγορα οι γονείς την επίδραση που μπορεί να έχει η παρουσία του παιδιού στην οικογένεια, και να αρχίσουν να δουλεύουν μ'αυτά τα προβλήματα προληπτικά, με θετικό τρόπο, προτού η ανοχή και η υπομονή τους εξαντληθούν, οπότε η μοναδική τους αντίδραση θα είναι η απογοήτευση, ο θυμός και η αρνητικότητα. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Οι μαθησιακές δυσκολίες διαρκούν όσο και η ζωή του ατόμου επηρεάζοντας αρνητικά όλες τις πλευρές της, και τα εξελικτικά στάδια της ζωής ιδιαίτερα του παιδιού και του εφήβου. Στην ιδανική περίπτωση, αυτές οι κρυφές αναπηρίες εντοπίζονται, διαγιγνώσκονται και θεραπεύονται. Το παιδί ή ο έφηβος θα χρειαστεί να παραπεμφθεί σε έναν ψυχολόγο στην περίπτωση που υπάρχουν ενδείξεις για συναισθηματικά, κοινωνικά και οικογενειακά προβλήματα, ή ενδείξεις του συνδρόμου ελλειμματικής προσοχής-υπερκινητικότητας.
Η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων προϋποθέτει πάνω από όλα τη συνεχή συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων επαγγελματιών με τους γονείς, των οποίων ο ρόλος είναι καταλυτικός στην ενίσχυση της αυτονομίας και αυτοπεποίθησης των παιδιών τους.
Αν μάλιστα ο όρος "ειδικές ανάγκες" αντικατασταθεί μέσα τους από την φράση "κάθε παιδί έχει την ανάγκη να αισθάνεται ιδιαίτερο" τότε οι γονείς θα γίνουν οι χαρισματικοί εκείνοι ενήλικες που θα μπορούν να βλέπουν τη μοναδική ομορφιά και δύναμη στο παιδί τους προσφέροντας σ'αυτό και στους ίδιους το ακριβότερο δώρο, την χωρίς όρους αποδοχή.

Βασιλειάδης Γρηγόρης
Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής, Διδάκτωρ Ψυχολογίας (Ph.D.)
πηγή: http://www.iatronet.gr